Oddworld: Η Οδύσσεια του Munch

1ekso

Τα 2D platforms υπήρξαν ανέκαθεν μια κατηγορία παιχνιδιών με «διαμάντια» μεταξύ αυτών σε ορίζοντα δεκαετιών, καθώς επίσης ένα πολύ πιστό κοινό, που δε χάνει ευκαιρία να τα τιμά ακόμη και στη σύγχρονη εποχή, πλέον κυρίως μέσα από αναρίθμητες indie επιλογές. Παλαιότερα, ωστόσο, οι τίτλοι αυτοί κατείχαν σημαίνουσα θέση για αντικειμενικούς λόγους. Η ιστορία είχε αρχίσει να γράφεται ήδη από τη δεκαετία του ’80, πλην όμως, μετά τα μέσα των ‘90s έμελλε να προκύψει η κρίσιμη καμπή για το genre· όταν οι δημιουργοί σειρών που ήταν ήδη γίνει γνωστές και είχαν καταξιωθεί στο χώρο έκριναν πως έχει έρθει η ώρα να ακολουθήσουν -κάποιοι μάλιστα να προσδιορίσουν- το ρεύμα της εποχής, περνώντας τα επόμενα κεφάλαιά τους σε 3D περιβάλλοντα. Κάθε τέτοια συζήτηση δε μπορεί παρά να ξεκινά από το εν έτει 1996 θρυλικό Super Mario 64 για την… ομώνυμη κονσόλα της Nintendo, το παρθενικό 3D game του franchise μετά από οκτώ 2D, πρώτο εκ των οποίων ασφαλώς το εμβληματικό Super Mario Bros (1985).

1s 1985

Η Nintendo υπήρξε πρωτοπόρος στη μετάβαση των σχετικών σειρών της από τις δύο στις τρεις διαστάσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος επιβάλλεται να αναφέρει κάποιος το Donkey Kong 64 (1999), μετά από περίπου 15 κυκλοφορίες που ξεκινούν το 1981! Το 1996 ήταν επίσης το έτος κυκλοφορίας του ιστορικού Duke Nukem 3D, ύστερα από δύο παιχνίδια της σειράς στις αρχές της δεκαετίας. Δύο χρόνια αργότερα ήρθε ο καιρός των Sonic να περάσουν σε τρισδιάστατα γραφικά, αρχής γενομένης από το Sonic Adventure, μετά από έξι τίτλους που πρόλαβαν να παρουσιαστούν από το 1991 και εξής. Το 1999, τον ίδιο δρόμο ακολούθησαν τρία franchises, το ένα σπουδαιότερο από το άλλο. Με διαφορά μηνών κυκλοφόρησε πρώτα το Castlevania 64 της Konami, δύο χρόνια μετά το αριστουργηματικό Castlevania: Symphony of the Night και συνολικά 14 παιχνίδια που είχαν προηγηθεί σε όλες τις πλατφόρμες από το 1986 και μετά.

2 meta

Από εκεί και πέρα, μπορεί τα Prince of Persia να έγραψαν νέα ιστορία όταν η Ubisoft απέκτησε τα δικαιώματα της σειράς, παρουσιάζοντας το 2003 το Sands of Time, ωστόσο πρώτο τρισδιάστατο ήταν το Prince of Persia 3D, καταληκτικό κεφάλαιο μιας τριλογίας που είχε ανοίξει με το πρωτοποριακό του 1989. Και καθώς περί της γαλλικής εταιρίας ο λόγος, το 1999 κυκλοφόρησε το Rayman 2: The Great Escape, sequel του από το 1995 παρθενικού 2D τίτλου· μια σειρά που μετά και το Rayman 3: Hoodlum Havoc (2003) επρόκειτο να επανέλθει σε δισδιάστατες ατραπούς. Το Kirby 64: The Crystal Shards ήταν ακόμη ένα παιχνίδι του Nintendo 64, που εν έτει 2000 έκανε ντεμπούτο ως 3D game, μετά από δώδεκα releases σε φορητές κονσόλες της εταιρίας, καθώς επίσης NES και SNES, από το 1992 και εξής. Τέλος, το 2004, οκτώ τίτλους από το μακρινό 1988 και έπειτα, η σειρά Ninja Gaiden εισήλθε σε 3D περιβάλλοντα, ως αποκλειστικό Xbox game.

Το ανωτέρω franchise της Tecmo δεν ήταν το μόνο που έκανε το συγκεκριμένο βήμα, ως exclusive της πρώτης κονσόλας της Microsoft. Λίγα χρόνια νωρίτερα είχε προηγηθεί ένας πολυαναμενόμενος τίτλος για τους λάτρεις της σειράς στην οποία ανήκει, καθώς, μεταξύ όλων των προαναφερθέντων δημιουργιών, το Oddworld franchise ήταν ένα ακόμη που αποφάσισε να ακολουθήσει την τάση, περνώντας σε 3D γραφικά μετά τους δύο πρώτους 2D games του. Κάπως έτσι προέκυψε το Oddworld: Munch’s Oddysee εν έτει 2001, ως αποκλειστικό παιχνίδι για το Xbox, ερχόμενο να δώσει συνέχεια στο σύμπαν που είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά μέσα από το Oddworld: Abe’s Oddysee (1997) και επεκταθεί διά του Oddworld: Abe’s Exoddus (1998). Σ’ αυτά έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στο πρόσφατο παρελθόν, συνεπώς εν προκειμένω δε θα επεκταθούμε, ενώ αρκετά στοιχεία θα θεωρηθούν γνωστά.

3 gnwsta

Η ανάπτυξη του Munch’s Oddysee είχε ξεκινήσει με γνώμονα την κυκλοφορία του το 2000 και πρώτα στο PlayStation 2, όπως ακριβώς είχε συμβεί με τα προηγούμενα games για την πρώτη κονσόλα της Sony. Ωστόσο η εξαγορά της publisher των δύο πρώτων, GT Interactive Software, από την Infogrames μπέρδεψε τα πράγματα. Παράλληλα, οι developers των Oddworld είχαν περιορισμένη πρόσβαση στην πληροφορία για τις προδιαγραφές του PS2, που κυκλοφόρησε άνοιξη του 2000 στην Ιαπωνία και φθινόπωρο στον υπόλοιπο κόσμο, σε αντίθεση με εταιρίες όπως η Naughty Dog, βάσει όσων έχει παραδεχτεί ο Lorne Lanning, ιδρυτής της Oddworld Inhabitants και δημιουργός της σειράς. Το πλαίσιο αυτό ώθησε τον ίδιο και την ομάδα του να στραφούν προς τη Microsoft, με το Munch’s Oddysee να προκύπτει τελικά ως ένα από τα exclusive Xbox launch titles στις 15 Νοεμβρίου 2001, όπου βεβαίως το ασυναγώνιστο Halo: Combat Evolved δέσποζε μεταξύ επίσης εξαιρετικών παιχνιδιών όπως τα Project Gotham Racing και Dead or Alive 3.

4 alive

Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν μια δεκαετία προκειμένου το τρίτο Oddworld game να γνωρίσει κάποιο port, και συγκεκριμένα στα PC. Εν προκειμένω τα πράγματα γίνονται κάπως σύνθετα, καθώς το Munch’s Oddysee γνώρισε επανειλημμένες εκδόσεις. Η version για υπολογιστές το 2010 ταλανιζόταν από πληθώρα προβλημάτων, βάσει των σχετικών αναφορών. Το 2012 ακολούθησε ένα HD remaster για PlayStation 3 και δύο χρόνια αργότερα για PlayStation Vita. Με τα πολλά, ένα νέο HD port έφτασε και στους υπολογιστές το 2016, κομίζοντας μια σειρά τεχνικών βελτιώσεων και όχι μόνο. Το παιχνίδι της αμερικανικής εταιρίας ανάπτυξης είναι ένα 3D platform με κάποια puzzles κοινής λογικής, στην οποία απλώς πρέπει να μπει κάποιος, και ορισμένους ακατέργαστους combat μηχανισμούς, που εξαντλούνται κυρίως σε button mashing. Μάλιστα για πρώτη φορά στη σειρά εισάγεται και δεύτερος playable character, από τον οποίο προκύπτει η διακριτική ονομασία του παιχνιδιού. Ο Munch είναι Gabbit, ένα μονόποδο κοντοπίθαρο αμφίβιο, που θυμίζει βάτραχο. Το κατ’ εξοχήν στοιχείο του είναι το νερό, όπου κινείται με μεγάλη άνεση και ταχύτητα, αλλά κάτι τέτοιο δε ισχύει όταν βρίσκεται στην ξηρά, όπου δυσκολεύεται και προχωρά με μικρά άλματα. Κάποτε υπήρχαν πολλά Gabbits, αλλά το είδος τους βρίσκεται πλέον στα όρια του ολικού αφανισμού, καθώς τα αλιευτικά σκάφη έχουν αφήσει τον Munch ως τελευταίο εκπρόσωπό τους… κι αυτόν όχι για πολύ, κατά τα φαινόμενα.

5 fainomena

Στο εισαγωγικό βίντεο ο νέος πρωταγωνιστής πέφτει στην παγίδα από την οποία έχει παρασυρθεί στη στεριά, ενώ το σκηνικό μεταφέρεται στη βάση του Mudokon Abe, ήρωα των δύο προηγούμενων games, που μαθαίνει για την οδύσσεια του τελευταίου Gabbit στον παράξενο κόσμο του παιχνιδιού. Βάσει των πληροφοριών, ο Munch έχει απαχθεί στα Vykkers Labs· περί αυτών υπήρξε νύξη στο Abe’s Exoddus με μια σχετική ταμπέλα, μια σφραγισμένη πόρτα και το μήνυμα “coming soon”. Πιστός στη σταυροφορία του για τη διάσωση των ομοίων του, ο Abe θα κληθεί να εισβάλει στα εργαστήρια των Vykkers και να γλυτώσει σε πρώτη φάση τον Munch. Στα αρχικά στάδια ο τίτλος εναλλάσσει τον έλεγχο μεταξύ των δύο ηρώων, μέχρι τη στιγμή που θα ενώσουν τις δυνάμεις τους για να προχωρήσουν από κοινού στις επόμενες προκλήσεις, που περιστρέφονται, όπως πάγια συμβαίνει στο franchise, γύρω από τη φυλή του Abe και πλέον τα Gabbits σαν τον Munch.

Περαιτέρω, όπως ο Abe -και κατ’ επέκταση ο ίδιος ο gamer- προσπαθεί διαχρονικά να σώσει όσους περισσότερους Mudokons μπορεί στη διάρκεια των περιπετειών του, το ίδιο συμβαίνει πλέον και με τον Munch, που βρίσκει βοήθεια κατ’ αρχήν από τα Fuzzles: πρόκειται για μικρές μαλλιαρές μπάλες με μεγάλα μάτια και τεράστια κοφτερά δόντια, που μόνο με τον αμφίβιο ήρωα φαίνεται να εκδηλώνουν τη «γλυκιά» πλευρά του εαυτού τους! Ο συνολικός αριθμός διασωθέντων Mudokons, Fuzzles και όχι μόνο, προσθέτει πόντους στο κάρμα του παίκτη και διαμορφώνει για μία ακόμη φορά το φινάλε. Πέρα από το καλό και κακό τέλος, υπάρχουν και παραλλαγές αυτών, για το Angelic Quarma, εάν κάποιος σώσει σχεδόν τους πάντες και τα πάντα, και το Black Quarma, εάν σκοτώσει οποιονδήποτε και οτιδήποτε περίμενε… λυτρωμό από τους δύο χαρακτήρες. Προσωπικά είδα το καλό φινάλε, ολοκληρώνοντας 223 διασώσεις σε σύνολο 293.

6 293

Στην εποχή του το Munch’s Oddysee προβλήθηκε ως το δεύτερο, και όχι τρίτο, μέρος της πενταλογίας που είχε εξ αρχής κατά νου ο Lanning, θεωρώντας από καιρό το Abe’s Exoddus ως ένα bonus game μετά το Abe’s Oddysee, ελέω των μόλις εννιά μηνών ανάπτυξής του, που δεν του επέτρεψαν να το σχεδιάσει όπως θα ήθελε, παρότι ήταν ακόμη καλύτερο από το original. Ανεξαρτήτως αυτού, ο συγκεκριμένος δεν παύει να είναι ο τρίτος τίτλος του franchise, εν τούτοις ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται αφηγηματικά η ιστορία του θα λέγαμε ότι δεν είναι ιδεατός. Στην αρχή κάθε επιπέδου εμφανίζεται μαγικά ένας Σαμάνος, πιθανότατα ο γνώριμος από το παρελθόν, αλλά υπό άλλη αμφίεση. Αυτός δίνει οδηγίες στους ήρωες για την εκάστοτε αποστολή τους, ενώ και οι ίδιοι εισάγονται τηλεπαθητικά σε κάθε level και με τον ίδιο τρόπο το εγκαταλείπουν στο τέλος. Ο συνολικός αριθμός των επιπέδων είναι μεγάλος όπως και στους προηγούμενους τίτλους, ωστόσο πλέον υπάρχουν κάποια που περισσότερο κωλυσιεργούν την εξέλιξη της υπόθεσης, παρά την εξυπηρετούν, μοιάζοντας κάπως ασύνδετα και κακώς εννοούμενα μεταβατικά. Πολύ καλύτερα είναι τα πράγματα στα cutscenes, που αναλαμβάνουν με προσεγμένο και χιουμοριστικό τρόπο να καλύψουν τέτοιου είδους αφηγηματικές αδυναμίες.

7 adynamies

Το Munch’s Oddysee προσπαθεί να διατηρήσει σε γενικές γραμμές τη ζοφερή αισθητική της σειράς, κάτι που επιτυγχάνει μόνο μερικώς, καθώς αρκετές εικόνες ενός ηλιόλουστου, γαλανού ουρανού δε βοηθούν προς την κατεύθυνση αυτή. Σε επίπεδο gameplay μηχανισμών υπάρχει ένας βασικός άξονας που διατηρείται από το παρελθόν, αλλά και αρκετές διαφοροποιήσεις, πράγμα αναμενόμενο λόγω των επιλογών που προσέφερε το πέρασμα σε 3D. Η αλληλεπίδραση με Mudokons -και Fuzzles αυτή τη φορά- περιορίζεται τώρα στις γνώριμες εντολές τύπου «σταμάτα-ξεκίνα», «δούλευε», και πλέον «επίθεση». Ο ίδιος ο Abe μπορεί να πραγματοποιήσει melee επιθέσεις, αλλά με αμφίβολα αποτελέσματα, όντας προτιμότερο να αποκτήσει με κάποιο ξόρκι τον έλεγχο οποιουδήποτε εχθρού, όπως ξέρει καλά να κάνει, αναλαμβάνοντας εμμέσως την εκκαθάριση του εκάστοτε χώρου. Όταν όμως αυτό συμβαίνει, είναι σύνηθες το φαινόμενο οι εχθροί να συμπεριφέρονται αλλόκοτα και να πυροβολούν οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί που πασχίζει μάταια ο παίκτης να σημαδέψει. Είναι προφανές ότι κάτι στο development πήγε λάθος εν τοιαύτη περιπτώσει και δε διορθώθηκε ποτέ. Επίσης ο Abe δύναται πλέον να σηκώσει τους Mudokons ή τον Munch και να τους πετάξει προς συγκεκριμένο σημείο, στο οποίο για οποιονδήποτε λόγο δε μπορούν να φτάσουν μόνοι τους.

8 monoi

Για πρώτη φορά στο franchise εισάγεται και ένα είδος currency, τα spooceshrubs· πρόκειται για θάμνους που βρίσκονται διάσπαρτοι στα επίπεδα και ο gamer τους συγκεντρώνει προκειμένου να ενεργοποιήσει θύρες εντός των levels, να… αναστήσει τους Mudokons που τυχόν πρόλαβαν να σκοτωθούν, να τους αναβαθμίσει, αλλά πλέον και για να κάνει ο Abe τα ξόρκια του! Σε μια εποχή που τα τρισδιάστατα γραφικά και οι προοπτικές που προσέφεραν ακόμη ανακαλύπτονταν, η εξερεύνηση των χώρων μέσα από τέτοιου είδους challenges ήταν οπωσδήποτε θεμιτή και ενδιαφέρουσα, εν τούτοις σήμερα οι μηχανισμοί αυτοί φαντάζουν μάλλον γερασμένοι. Περαιτέρω, ακόμη κι αν κάποιος αποφασίσει ότι δεν ενδιαφέρεται να σώσει τα «αδέρφια» του Abe, είναι σύνηθες το φαινόμενο ότι του είναι απαραίτητα σχεδόν μέχρι τελευταία στιγμή, για την ενεργοποίηση διαφόρων πυλών και όχι μόνο. Σε μια τέτοια περίπτωση, στο προτελευταίο level, συνάντησα ένα game-breaking bug, για την υπέρβαση του οποίου χρειάστηκε να πειράξω αρχεία του φακέλου του παιχνιδιού, καθώς οι Mudokons δεν ανταποκρίνονταν στην εντολή να γυρίσουν τους λεβιέδες που είχαν μπροστά τους! Από εκεί και πέρα δεν έλειψαν και ορισμένα glitches, με χαρακτήρες να κολλούν προσωρινά σε κάποια σημεία.

9 simeia

Σε περίπτωση θανάτου του Munch ἠ του Abe, ο έτερος έχει τη δυνατότητα να τον επαναφέρει, πηγαίνοντας σε συγκεκριμένα σημεία των επιπέδων, όπου εμφανίζεται ένα αυγό. Αν πεθάνουν και οι δύο, καλό είναι να υπάρχει στα κοντά ένα quick save, διαφορετικά είναι πιθανό να χαθεί πρόοδος που θα προκαλέσει κάποιον μικρό εκνευρισμό. Πάντως και μετά το revive ο εκάστοτε χαρακτήρας εξακολουθεί να διατηρεί τα spooceshrubs που συγκέντρωσε στο level μέχρι εκείνη τη στιγμή, ενώ πάντοτε ο ένας μπορεί να συμπληρώνει τον άλλο για οτιδήποτε από τα προαναφερθέντα, εκτός από τα ξόρκια του Abe. Το παιχνίδι συμπεριλαμβάνει και ορισμένα buffs σε μορφή ποτού, που ενισχύουν τις δυνατότητες των πρωταγωνιστών για κάποια δευτερόλεπτα, είτε αφορούν το άλμα, την ταχύτητά τους, ή από εκεί και πέρα την αναπλήρωση της ενέργειάς τους. Σε ό,τι αφορά μάλιστα τον Munch, υπάρχει ποτό με το οποίο για ένα διάστημα αποκτά τη ικανότητα να προκαλεί ηλεκτροσόκ στους εχθρούς του, χάρη σε ένα σόναρ που του εγκατέστησαν στο κεφάλι πριν καν ο gamer αποκτήσει τον έλεγχό του για πρώτη φορά. Επιπλέον, επειδή στην ξηρά… δε μπορεί, υπάρχουν σημεία στα levels όπου ο μικρός ήρωας μπορεί να κάνει summon ένα… αναπηρικό αμαξίδιο(!), που λύνει το κινησιολογικό μέρος με έναν ομολογουμένως πολύ κωμικό τρόπο, καθώς τρίζει κιόλας!

10 kiolas

Σε άλλα χαρακτηριστικά, όπως σε κάθε… τίμιο 3D platform παλαιάς κοπής, οι πρωταγωνιστές δεν πεθαίνουν, από οποιοδήποτε ύψος κι αν πέσουν, εάν από κάτω υπάρχει έδαφος κι όχι κενό. Βεβαίως μια τέτοια πτώση, όταν απαιτούνται διαδοχικά άλματα όντας ήδη σε κάποιο υψόμετρο, μπορεί να αποδειχθεί αρκετά ενοχλητική, αλλά ένα quick save διατηρεί πάντοτε το επίπεδο ψυχικής ηρεμίας σ’ ένα ικανοποιητικό σημείο. Προσωπικά, χρειάστηκα κάτι περισσότερο από 18 ώρες προκειμένου να δω τα credits, διάρκεια λίγο μικρότερη από τους δύο προηγούμενους τίτλους της σειράς. Εκ των designers του παιχνιδιού είναι ο Lorne Lanning, δημιουργός και director και πάλι ασφαλώς, καθώς επίσης ο άνθρωπος που δανείζει τη φωνή του σε Abe, Munch και μια σειρά άλλων χαρακτήρων, για τρίτη φορά. Το soundtrack είναι πιο αφανές από ποτέ, κάνοντας ορισμένα επίπεδα να φαντάζουν αρκετά άδεια κατά την περιπλάνηση σ’ αυτά, με την υπογραφή του και sound designer, Michael Bross, ο οποίος εισέρχεται για πρώτη φορά στα Oddworld, εξακολουθώντας μάλιστα μέχρι σήμερα. Ο συγκεκριμένος, ειρήσθω εν παρόδω, στο διάστημα 2011-2016 επρόκειτο να επενδύσει μουσικά τέσσερα διαδοχικά Ratchet & Clank games για τις κονσόλες της Sony.

11 sony

Το Oddworld: Munch’s Oddysee αποδείχθηκε για τον υπογράφοντα ένα συμπαθητικό 3D platform, αλλά όχι κάτι περισσότερο από αυτό, θεωρώντας ότι υστερεί σε σχέση με τους προκατόχους του γι’ αυτά που θέλησε να παρουσιάσει έναντι των αντίστοιχων εκείνων. Το «πιο ασύνδετο» της ιστορίας του, το όχι σαφές art direction και κάποια επίπεδα που έδειχναν να ξεφεύγουν από το διακύβευμα της υπόθεσης είναι ορισμένοι από τους βασικούς παράγοντες που το διατηρούν τρίτο σε σειρά προσωπικής προτίμησης μεταξύ των τίτλων του franchise που παρουσιάστηκαν έως το 2001. Ακόμη κι αυτό, ωστόσο, δεν ήταν παρά το πρώτο βήμα στον τρισδιάστατο κόσμο για την Oddworld Inhabitants, η οποία δεν έπαψε να έχει… ανησυχίες, δοκιμάζοντας πράγματα και επιστρέφοντας μετά από τέσσερα χρόνια με έναν ακόμη αποκλειστικό τίτλο για το Xbox, που πήγε τη σειρά άλλο ένα, πολύ σημαντικό βήμα παραπέρα. Πλην όμως, στο Oddworld: Stranger’s Wrath θα αναφερθούμε διεξοδικά την επόμενη φορά.

Το western Oddworld
Oddworld: Το πεπρωμένο του Abe
 

Comments

No comments made yet. Be the first to submit a comment
Already Registered? Login Here
Guest
Monday, 28 November 2022

Captcha Image

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://gameworld.gr/

Notification