Το western Oddworld

1ekso

Όταν το 2001 η Oddworld Inhabitants παρουσίαζε το Oddworld: Munch’s Oddysee, το τρίτο παιχνίδι του ομώνυμου και μοναδικού franchise της 28ετούς πλέον διαδρομής της, από το 1994 και εξής, ανελάμβανε ένα σημαντικό ρίσκο. Η σειρά που είχε ήδη καταξιωθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και αγαπηθεί ως 2D platform, έφευγε πλέον τόσο από τη Sony, το PlayStation και τους υπολογιστές, όσο και από τις δύο διαστάσεις, εξελισσόμενη αφενός σε ένα 3D platform game, αφετέρου αποκλειστικά για το Xbox, ήδη από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας της κονσόλας. Το αποτέλεσμα έδειξε να δικαιώνει την αμερικανική εταιρία ανάπτυξης, με το εγχείρημά της εκείνο να εισπράττει πολύ θετικές κριτικές, έστω και όχι στο βαθμό των δύο προκατόχων του. Ο δρόμος, ωστόσο, είχε πλέον ανοίξει για μια ανάλογη συνέχεια, ενώ οι developers είχαν ήδη αποδείξει ότι δε διστάζουν να κινηθούν έξω από τη ζώνη ασφαλείας τους. Στο πλαίσιο αυτό, το επόμενο project τους επρόκειτο να είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό και οπωσδήποτε πρωτοποριακό.

1s prwtoporiako

Είναι σπάνιο και εξ ορισμού φιλόδοξο, ως προς την ανταπόκριση την οποία προσδοκά από τους gamers, κάθε παιχνίδι που χαρακτηρίζεται «υβριδικό», συνδυάζοντας δύο ή και περισσότερα genres στο gameplay του, τα οποία φαινομενικά μπορεί να φαντάζουν ακόμη και εντελώς ασύνδετα. Στην περίπτωση του υπογράφοντος, ο πιο πρόσφατος τέτοιος τίτλος που δοκίμασα ήταν το πολύ αξιόλογο Brütal Legend της Double Fine Productions του σπουδαίου Tim Schafer, ένα third-person action-adventure με έντονα στοιχεία από real-time strategy games, στο οποίο έχουμε αναφερθεί διεξοδικά κατά το παρελθόν. Κάπως έτσι ο Lorne Lanning, director και δημιουργός του Oddworld franchise και συνιδρυτής της ομώνυμης εταιρίας, αποφάσισε μετά από τρία παιχνίδια να εξερευνήσει έναν αντίστοιχο συνδυασμό κατηγοριών· κι αυτό το έπραξε μέσα από το Oddworld: Stranger’s Wrath, τον τέταρτο τίτλο της σειράς, ο οποίος, όπως και ο προηγούμενος, κυκλοφόρησε αποκλειστικά στο Xbox εν έτει 2005.

2 2005

Το Stranger’s Wrath έγινε το πρώτο και τελευταίο παιχνίδι της σειράς μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένων αυτονόητα και των remake των δύο πρώτων games, που ακολούθησαν αργότερα, στο οποίο δεν πρωταγωνιστεί ο Abe, έστω μαζί με τον Munch στην περίπτωση του Munch’s Oddysee. Στα προηγούμενα games του franchise έχουμε επεκταθεί διεξοδικά στο πρόσφατο παρελθόν, συνεπώς εν προκειμένω θα περιοριστούμε. Το Stranger’s Wrath, ωστόσο, ήταν ένας τίτλος που κυκλοφόρησε για την κονσόλα της Microsoft λίγους μήνες πριν η τελευταία μεταβεί στην επόμενη γενιά, μέσα από το Xbox 360. Με άλλα λόγια, η Oddworld Inhabitants ήταν πλέον σε θέση να αξιοποιήσει στο έπακρο τις τεχνικές δυνατότητες του Xbox, εν αντιθέσει με την προηγούμενη φορά. Το τελικό προϊόν ήταν τέτοιο που εισέπραξε δικαίως εξαιρετικές κριτικές, και σε τεχνικό επίπεδο, αλλά ιδίως σε ό,τι αφορά συγκεκριμένους παράγοντες του gameplay του, που μέχρι σήμερα παραμένουν πρωτότυποι και δίχως μιμητές.

3 mimites

Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν έξι χρόνια, προκειμένου το Stranger’s Wrath να μεταφερθεί σε άλλη πλατφόρμα, αρχής γενομένης από τους υπολογιστές στα τέλη 2010, ενώ το φθινόπωρο του 2012 το συγκεκριμένο port έλαβε ως upgrade ένα HD remaster, που είχε ήδη γίνει διαθέσιμο για PlayStation 3 το χειμώνα της προηγούμενης χρονιάς, με τους developers να έχουν πλέον τα πλήρη δικαιώματα της σειράς. Το remaster αναπτύχθηκε με τη βοήθεια της Just Add Water, η οποία ανέπτυσσε ήδη το remake του πρώτου παιχνιδιού, Abe’s Oddysee (1997), που επρόκειτο να παρουσιαστεί τελικά το 2014 ως Oddworld: New ‘n’ Tasty! Οι δημιουργοί του franchise αξιοποιούσαν πλέον όλα τα θετικά της ψηφιακής κυκλοφορίας και διανομής των παιχνιδιών του, με πρώτο την είσπραξη του μεγαλύτερου ποσοστού των εσόδων από τις πωλήσεις, έναντι των ψίχουλων που παραχωρούσαν στους developers οι εκάστοτε publishers των retail εκδόσεων του παρελθόντος, όπως έχει παραδεχτεί παλαιότερα ο Lanning, με συναισθηματική φόρτιση.

4 fortisi

Η πρώτη κυκλοφορία του Stranger’s Wrath επρόκειτο να περιλαμβάνει και έκδοση για το PlayStation 2, όταν τελικά η publisher Electronic Arts, που θα επιμελούταν το port στην κονσόλα της Sony, την ακύρωσε κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης. Μάλιστα, σύμφωνα με τον δημιουργό, ο αμερικανικός κολοσσός απέσυρε κεφάλαια από την προώθηση του τίτλου επειδή θα ήταν πλέον αποκλειστικός, με συνέπεια οι πωλήσεις 600.000 αντιτύπων που κατέγραψε να κρίνονται απογοητευτικές, καθώς απαιτούνταν 1,6 εκ. μονάδες προκειμένου να γίνει απόσβεση! Οι πωλήσεις του remaster υπερέβησαν συνδυαστικά σε PS3 και PC τα 250.000 αντίτυπα μόλις τον πρώτο χρόνο, βελτιώνοντας τα πράγματα εν όψει New ‘n’ Tasty και με τη διαχείριση των εισπράξεων να είναι πλέον τελείως διαφορετική, όπως σημειώθηκε. Σε ό,τι αφορά το παιχνίδι καθ’ αυτό, είναι το πρώτο της σειράς που διαμορφώνει ένα εξ ολοκλήρου διαφορετικό setting από όσα γνωρίζουν οι fans έως το σημείο αυτό. Ως εκ τούτου, απευθύνεται σε οποιονδήποτε, ακόμη κι αν δε γνωρίζει το παραμικρό για τις περιπέτειες του Abe στο παράξενο σύμπαν του Oddworld. Εξυπακούεται ότι το γεγονός ήταν από μόνο του αρκετά ριψοκίνδυνο έναντι του fan base που είχε διαμορφωθεί μετά από τρία παιχνίδια, αλλά το αποτέλεσμα δεν έμελλε να αφήσει περιθώρια αμφισβήτησης.

5 amfisvitisis

Πρωτίστως επιβάλλεται να επισημανθεί το Far West σκηνικό που παρουσιάζεται, αλλά και ένας νέος πρωταγωνιστής, ο οποίος μοιάζει να ξεπροβάλλει ως γόνος χολιγουντιανών western του 20ού αιώνα. Ανοίκειος ως πρόσωπο στις περιοχές που επισκέπτεται, η ιδιότητά του αυτή έχει γίνει το όνομά του, γι’ αυτό και άπαντες τον αποκαλούν Stranger, Ξένο· φαινόμενο, που μόνο ασυνήθιστο δεν είναι σε προαναφερθέντα films αυτού του τύπου. Ο Stranger αποτελεί κλασική φιγούρα badass χαρακτήρα στην Άγρια Δύση, ο οποίος, πέρα από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του, είναι και κυνηγός επικηρυγμένων (bounty hunter). Το βασικό concept της ιστορίας θέλει τον ήρωα να βρίσκεται διαδοχικά στο κυνήγι συγκεκριμένων έκνομων, που πάντοτε έχουν και μια συμμορία η οποία τους πλαισιώνει. Στην πρώτη πόλη, βάσει σεναρίου, ο πρωταγωνιστής αναζητά τον τοπικό γιατρό για ένα λεπτό ζήτημα, το οποίο -όπως αποκαλύπτεται νωρίς στο παιχνίδι- αφορά μια επέμβαση που μπορεί να του σώσει τη ζωή. Το απαιτούμενο ποσό όμως είναι υψηλότατο, με συνέπεια ο Stranger να καλείται να συνεχίσει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να συλλαμβάνει και να κομίζει στη Δικαιοσύνη επικηρυγμένους παρανόμους ή να την… απονέμει ο ίδιος, καθώς καταζητούνται νεκροί ή ζωντανοί. Πλην όμως, το προσφερόμενο οικονομικό έπαθλο είναι πάντοτε μεγαλύτερο στη δεύτερη περίπτωση.

6 periptosi

Η ροή του Stranger’s Wrath είναι γραμμική και το μοτίβο επαναλαμβανόμενο στα 2/3 του παιχνιδιού. Στο διάστημα αυτό ο Stranger -και κατ’ επέκταση ο παίκτης- μεταβαίνει από πόλη σε πόλη, έχοντας πρώτα ολοκληρώσει με όσα είχε «να του προσφέρει» η προηγούμενη. Σε καθεμία επισκέπτεται το bounty store απ’ όπου και παίρνει τις ανωτέρω αποστολές. Συνήθως μάλιστα έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τη σειρά με την οποία θα τις πραγματοποιήσει, αλλά αυτό δεν επηρεάζει με κάποιον τρόπο. Πλην όμως, κάθε φορά επισκέπτεται και μια νέα περιοχή, που κρύβει τα δικά της μυστικά, έχει ιδιαίτερη μορφή, ενώ όλα καταλήγουν πάντοτε σε ένα boss fight. Το στήσιμο του παιχνιδιού στο σημείο αυτό θυμίζει games μιας άλλης εποχής, αλλά είναι τέτοια η συνολική ποιότητά του ώστε το γεγονός να περνά σε δεύτερη μοίρα. Ο παράγοντας που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά σε σχέση με οτιδήποτε άλλο, περιστρέφεται γύρω από το εξαιρετικά υλοποιημένο και άκρως απολαυστικό gameplay του. Ο τίτλος συνδυάζει άψογα τα χαρακτηριστικά ενός κλασικού third-person action-adventure, διατηρώντας συγχρόνως ορισμένα platform στοιχεία του παρελθόντος, με ένα υποδειγματικό FPS σύστημα μάχης. Όταν έρχεται η ώρα να… μιλήσουν τα όπλα, η κάμερα περνάει σε πρώτο πρόσωπο καθώς ο πρωταγωνιστής παίρνει ανά χείρας τη βαλλίστρα του.

7 vallistra

Την πρωτότυπη προσέγγιση απογειώνει ωστόσο το ammo του Stranger, που δεν είναι βέλη ή κάτι παρεμφερές, αλλά ζωντανά έντομα και μικρά ζώα, καθένα εκ των οποίων έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά! Ήδη από την πρώτη αποστολή, που λειτουργεί ως tutorial, παρουσιάζονται πέντε εξ αυτών, ενώ άλλα προστίθενται στην πορεία ή αναβαθμίζονται τα ήδη υπάρχοντα. Αυτά που αναγνωρίζουν άμεσα οι φίλοι της σειράς είναι τα Fuzzles, οι μικρές μαλλιαρές μπάλες με τα κοφτερά δόντια, που παρουσιάστηκαν στο Munch’s Oddysee και εν προκειμένω είτε χρησιμοποιούνται ως παγίδες εδάφους είτε εκτοξεύονται απευθείας επάνω στους εχθρούς. Περαιτέρω, από το ξεκίνημα εισάγονται τα Bolamites και τα Stunkz. Τα πρώτα, που μοιάζουν με αράχνες, ακινητοποιούν προσωρινά έναν αντίπαλο τυλίγοντάς τον με ιστό, ενώ τα δεύτερα μπορούν να κάνουν το ίδιο με πολλούς σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους, καθώς εκτοξεύουν αέριο… μοιάζοντας τα ίδια με κουνάβια! Τα Chippunks θυμίζουν σκίουρους και μπορούν να λειτουργήσουν ως αντιπερισπασμός, βγάζοντας ήχους που δύνανται να παρασύρουν προς αυτά εχθρούς οι οποίοι βρίσκονται κοντά. Τέλος, άμεσα διαθέσιμα γίνονται και τα Zappflies, το μόνο ανεξάντλητο ammo. Τα συγκεκριμένα παραπέμπουν σε μύγες, κατά κάποιον τρόπο, και μπορούν να αδρανοποιήσουν έναν εχθρό, διαθέτοντας ηλεκτρισμό. Επίσης δύνανται να ενεργοποιήσουν μηχανισμούς από απόσταση ή να προκαλέσουν έκρηξη σε εύφλεκτα βαρέλια.

8 varelia

Ο gamer αναπληρώνει το ammo του είτε με αγορές από τα general stores, που πάντοτε βρίσκονται απέναντι από τα bounty stores, είτε… κυνηγώντας τα ίδια τα πυρομαχικά του, τα οποία εντοπίζονται σε πολλά σημεία του κόσμου του παιχνιδιού, είτε με loot από κουτιά που επίσης υπάρχουν διάσπαρτα, ιδίως σε στιγμές που αν ξεμείνει ο ήρωας δε θα μπορεί ούτε να προχωρήσει ούτε να επιστρέψει. Τα checkpoints είναι αρκετά συχνά, πάντοτε μετά από μεταβατικές περιοχές, καθώς επίσης πριν και μετά από δύσκολες μάχες. Στην τελευταία περίπτωση, όταν πρόκειται για boss fight έχει σημασία να εγκαταλείψει ο Stranger την άτυπη αρένα, καθώς μπορεί ακόμη να τον σκοτώσει κάποιο minion και να αναγκαστεί να επαναλάβει τη μάχη, ακόμη κι αν έχει συλλάβει το boss. Η διαδικασία της σύλληψης αφορά ακόμη ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό, καθώς ο παίκτης μπορεί να προσκομίσει, πέρα από τον εκάστοτε στόχο του, κάθε άλλον εχθρό που συναντά στο δρόμο του, αρκεί είτε να τον έχει αδρανοποιήσει προσωρινά είτε να τον έχει σκοτώσει, υπό την προϋπόθεση ότι θα τον… προλάβει πριν αποσυντεθεί. Όλα αυτά μεταφράζονται σε χρήματα, τα Moolah, που είναι το currency του τίτλου, ενώ και αυτές οι προσαγωγές εξαργυρώνονται στα bounty stores.

9 stores

Παίζοντας σε hard difficulty (easy και normal τα άλλα δύο), η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισα ήταν σε ένα boss fight στο οποίο κόλλησα για σχεδόν μιάμιση ώρα. Η μάχη χωριζόταν σε δύο μέρη, αλλά, με checkpoint να μεσολαβεί, μπήκα στο δεύτερο μη έχοντας ασχοληθεί με τα minions νωρίτερα, με συνέπεια τα πράγματα να γίνουν ασφυκτικά στη συνέχεια. Γενικότερα, στα προαναφερθέντα 2/3 του playthrough, από ένα σημείο και έπειτα εάν μπορούσα να αποφύγω κάποιους εχθρούς και να προχωρήσω στο επόμενο checkpoint εν όψει boss fight, το έκανα, ελέω αυτής της επαναληψιμότητας. Ορισμένες φορές αυτό λειτούργησε ως μπούμερανγκ, καθώς οι τελευταίοι εχθροί είχαν τη δυνατότητα να μπουν στη μάχη με το boss. Το παιχνίδι εν τούτοις προσπαθεί να βοηθήσει εάν πεθάνεις τουλάχιστον πέντε φορές σε κάποιο σημείο, δίνοντας ένα hint ως προς το πού θα πρέπει να επικεντρώσεις σε πρώτη φάση. Εν τέλει απαιτήθηκαν κάτι λιγότερο από 15 ώρες προκειμένου να δω τα credits, σημαίνοντας αισθητά το μικρότερο σε διάρκεια Oddworld μέχρι σήμερα. Σε ό,τι αφορά το gameplay, αξίζει να προστεθεί ότι ο Stranger γιατρεύεται χωρίς να απαιτείται οτιδήποτε πέρα από stamina, που αναπληρώνεται βαθμιαία, αλλά και ένα «παράθυρο» από τα εχθρικά πυρά, ενώ μπορεί επίσης να κολυμπήσει, αν και είναι προτιμότερο στις περιπτώσεις αυτές να τον βοηθά το ρεύμα του νερού.

10 nerou

Δοκιμάζοντας το PC HD remaster βρίσκεται κάποιος μπροστά σ’ έναν εντυπωσιακά αναβαθμισμένο οπτικοακουστικό τομέα σε σχέση με την original έκδοση, που κάνει τον τίτλο να παίζεται καλύτερα από ποτέ, άκρως απολαυστικά ακόμη και μια δεκαετία αργότερα. Το soundtrack, διάρκειας μεγαλύτερης των 70 λεπτών, φέρει για δεύτερη συνεχόμενη φορά στα Oddworld την υπογραφή του Michael Bross, έχοντας συνοδευτικό χαρακτήρα μεν, αλλά ένα ασύγκριτα ποιοτικότερο αποτέλεσμα έναντι του Munch’s Oddysee. Ατμοσφαιρικό σε όλες του τις εκφάνσεις, κινηματογραφικό πολλές φορές, διακρίνεται σε στιγμές μάχες, ενισχύοντας την έντασή τους, ενώ τα western vibes αποτυπώνονται κατάλληλα σε ένα εύρος που κυμαίνεται από τις «πινελιές» των ηλεκτρικών κιθαρών έως τα εφέ που παραπέμπουν άμεσα σε ερήμους τύπου Αριζόνα.

Στο voice acting ο Lanning είναι, όπως παραδοσιακά συμβαίνει, εκείνος ο οποίος δανείζει τη φωνή του τόσο στον πρωταγωνιστή όσο και σε μια σειρά άλλων χαρακτήρων, με τον Bross να έπεται, ωστόσο αυτή τη φορά η απόδοση τόσο του ήρωα όσο και των voice overs των bosses και των minions αυτών μοιάζουν υπερβολικά μεταξύ τους. Η badass τραχύτητα και ενδεχομένως η τεχνητή σκλήρυνση και εμβάθυνση της φωνής απάντων, ακόμη κι αν είναι φυσική, δεν παύει να μειώνει αισθητά τις ουσιαστικές διαφορές τους, μαρτυρώντας ότι προκύπτουν από τον ίδιο άνθρωπο. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τους κατοίκους των πόλεων, που θυμίζουν… κότες(!), μολονότι αυτό μπορεί συνειρμικά «να περάσει» πολύ πιο εύκολα, κατά τον τρόπο που και οι φωνές των Mudokons των προηγούμενων τίτλων έμοιαζαν όλες μεταξύ τους.

11 metaksy

Σε κάθε περίπτωση, το Oddworld: Stranger’s Wrath HD αποδείχθηκε ένα εξαιρετικό παιχνίδι, με ένα πλήρως ανανεωμένο και τρομερά ενδιαφέρον concept, έναν νέο πρωταγωνιστή, που δεν είχε την παραμικρή σχέση με τον αδύναμο και κάπως άγαρμπο Abe, και μια ιστορία η οποία όσο εκτυλίσσεται, τόσο καλύτερη και πιο ανατρεπτική γίνεται. Παράλληλα, ένα παιχνίδι με gameplay που, ακόμη και 17 χρόνια αργότερα, έχει διατηρήσει ακμαίο και σύγχρονο τον ξεχωριστό και κυριολεκτικά ανεπανάληπτο χαρακτήρα του. Η συγκεκριμένη ήταν και η τελευταία κυκλοφορία ενός αμιγώς καινούριου παιχνιδιού για το Oddworld franchise και την Oddworld Inhabitants, η οποία, όπως αναδείχθηκε, μετά το 2005 επικεντρώθηκε σε επανακυκλοφορίες και remasters των προηγούμενων παιχνιδιών της. Με την επιμέλεια της Just Add Water για μία ακόμη φορά, η παρουσίαση του Oddworld: New ‘n’ Tasty ως remake του Abe’s Oddysee ήταν κάτι που οπωσδήποτε ανακίνησε τα ύδατα του σύμπαντος κόσμου του. Πλην όμως, το βήμα παραπέρα -αν όχι παραπάνω, βάσει κριτικών- έγινε με το re-imagined remake του Abe’s Exoddus από την ίδια την Oddworld Inhabitants, που παρουσιάστηκε μόλις το 2021 ως Oddworld: Soulstorm, κατά τον τρόπο που έχει επισημανθεί σε προηγούμενη ευκαιρία. Κι ενώ το πρώτο remake εκσυγχρονίζει απλώς την παλαιά εμπειρία, με συνέπεια να μην κεντρίζει το ενδιαφέρον του υποφαινόμενου, το Soulstorm αποτελεί εντελώς διαφορετική υπόθεση. Γι’ αυτό και θα μας απασχολήσει κάποια στιγμή στο μέλλον.

Oddworld: Η Οδύσσεια του Munch
 

Comments

No comments made yet. Be the first to submit a comment
Already Registered? Login Here
Guest
Monday, 28 November 2022

Captcha Image

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://gameworld.gr/

Notification